ἐϋμμελίης

ἐϋμμελίης, , ([etym.] εὖ, μελία)
A armed with good ashen spear, ἐϋμμελίω ([dialect] Ion. gen.)

Πριάμοιο Il.4.47

, al.;

Πάνθου υἱὸς ἐϋμμελίης 17.9

, cf. Od. 3.400, Hes.Sc.368, etc.: [dialect] Dor.gen.

ἐϋμμελία APl.1.6

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εϋμμελίης — ἐϋμμελίης, ὁ, ιων. γεν. ἐϋμμελίω, δωρ. γεν. ἐϋμμελία (Α) οπλισμένος με καλό δόρυ από μελία, ικανός ακοντιστής, καλός πολεμιστής («Πρίαμος καὶ λαὸς ἐϋμμελίω Πριάμοιο», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < εΰς + μελία «δόρυ από ξύλο μελιάς»] …   Dictionary of Greek

  • ἐυμμελίης — armed with good ashen spear masc nom sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυμμελίαι — ἐυμμελίης armed with good ashen spear masc nom/voc pl (epic) ἐυμμελίᾱͅ , ἐυμμελίης armed with good ashen spear masc dat sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυμμελίω — ἐυμμελίης armed with good ashen spear masc gen sg (epic) ἐυμμελίης armed with good ashen spear masc gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυμμελίην — ἐυμμελίης armed with good ashen spear masc acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυμμελίῃ — ἐυμμελίης armed with good ashen spear masc dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυμμελία — ἐυμμελίᾱ , ἐυμμελίης armed with good ashen spear masc nom/voc/acc dual (epic) ἐυμμελίης armed with good ashen spear masc voc sg (epic) ἐυμμελίᾱ , ἐυμμελίης armed with good ashen spear masc voc sg (attic epic) ἐυμμελίᾱ , ἐυμμελίης armed with… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυμμελίεω — ἐυμμελίεω̆ , ἐυμμελίης armed with good ashen spear masc gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • smel-2 —     smel 2     English meaning: gray     Deutsche Übersetzung: “grau, staubfarben”?     Material: Gk. μελίη “ash tree; spear, javelin from Eschenholz” (ἐυμμελίης “with a guten Eschenspeer bewaffnet”), μέλινος, μείλινος “eschen” (*[σ]μελF ιᾱ,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.